ἐπικατακολουθέω
ἐπικατακολουθέω, attend to
ἐπικατᾰκολουθέω,
- attend to, φωνῇ Sch. Pi. O. 6.108: abs., comply, PLille 4.6 (iii B.C.).
ἐπικατακολουθέω, nachfolgen, φωνῇ Schol. Pind. Ol. 6.108.