ἐπιστήριγμα
ἐπιστήριγμα, support
ἐπιστήρ-ιγμα, ατος, τό,
- support, LXX 2 Ki. 22.19.
ἐπιστήριγμα, ατος (τὸ) appui, Spt. 2 Reg. 22, 19.
Étym. ἐπιστηρίζω.
ἐπιστήριγμα, τό, die Stütze, LXX.
ἐπιστήριγμα, support