ἐπιστολογραφεῖον
ἐπιστολογραφεῖον, registry
ἐπιστολογρᾰφ-εῖον, τό,
- registry, prob. in UPZ 14.133 (ii B.C.):— also in form ἐπιστολαγραφεῖον PCornell 1.155 (-γράφιον ib. 150).