ἐπιτεταμένως
ἐπιτεταμένως, intensely
ἐπιτετᾰμένως, Adv., (ἐπιτείνω)
- intensely, ἐ. λευκός Dsc. 5.152; θερμαίνειν Id. 1.77; vehemently, λαλεῖν Phld. Ir. p.74 W.; προπίνειν Ath. 2.45d, etc.
ἐπι·τεταμένως, adv. avec intensité, fortement, Ath. 45d ; Diosc. 1, 105 ; 5, 171.
Étym. ἐπιτείνω.
ἐπιτεταμένως, angespannt, stark, προπίνειν Ath. II.45d, a.Sp.