ἐπιφύλαξ
ἐπιφύλαξ, watchman
ἐπι-φύλαξ [ῠ], ᾰκος, ὁ,
- watchman, Longus 1.21.
ἐπι·φύλαξ, ακος [ῠ] (ὁ) gardien, Lgs 1, 21 dout.
ἐπιφύλαξ, ακος, ὁ, der Wächter dabei ist, Long. 1.21, l.d.
ἐπιφύλαξ, watchman