ἐπιφωνηματικός
ἐπιφωνηματικός, of the nature of an ἐπιφώνημα 2
ἐπιφων-ηματικός, ή, όν,
- of the nature of an ἐπιφώνημα 2, Hermog. Inv. 4.9, Eust. 1038.38. Adv. -κῶς Demetr. Eloc. 109, Hermog. Inv. 1.5 (Comp.).
ἐπιφωνηματικός, ή, όν [ᾰ] de la nature d’un épiphonème, Hermog. Rhet. 174, 10.
Étym. ἐπιφώνημα.
ἐπιφωνηματικός, ή, όν, zu ἐπιφώνημα gehörig, Eust., der Il. p. 1038.38 τὸ ἐπιφ. erkl. τὸ δηλοῦν ἐν βραχεῖ κόμματι πολλὴν ἔννοιαν.