ἐριβριθής
ἐριβριθής, very heavy
ἐρι-βρῑθής, ές,
- very heavy, Opp. H. 5.636.
ἐρι·βριθής, ής, ές [ῑθ] très lourd, Opp. H. 5, 636.
Étym. ἐρι-, βρίθω.
ἐριβριθής, [βρῑ], ές, sehr schwer, gewichtig, μολίβου χύσις Opp. H. 5.636.