ἐρηρέδαται
ἐρηρέδᾰται, -ατο, v. ἐρείδω.
ἐρηρέδαται, v. ἐρείδω.
ἐρηρέδαται, 3. Pers. perf. pass. zu ἐρείδω.
ἐρηρέδαται
3 pl. pf. pass. ἐρείδω.
ἐρηρέδαται : see ἐρείδω.