ἐρσηφορία
ἐρσηφορία, ἐρρη-φόρος,
- = ἀρρηφορία, -φόρος, Sch. Ar. Lys. 643 (written ἑρσε-), IG 3.318,319; cf. ἐρρηφορέω, ἐρσοφόρος.