Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἐστόρεσε
Cunliffe Homer
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἑστιάς
ἑστιάς
ἑστίασις
Ἑστιασταί
ἑστιατήρ
ἑστιατήριον
ἑστιατικός
ἑστιατορία
ἑστιατόριον
ἑστιατορίς
ἑστιάτωρ
ἑστιᾶχος
ἑστιάω
ἐστίν
Ἑστιόδωρος
ἔστιοι
ἑστιόομαι
ἑστιοπάμων
ἕστιος
ἑστιουχέω
ἑστιοῦχος
ἑστιόω
ἐστιτρώσκω
ἔστιχον
ἐστιχόωντο
ἑστιῶν
ἑστιῶτις
Ἑστιῶτις
ἕστο
ἐστοξεύω
ἐστόρεσε
ἐστοχασμένως
ἔστραμμαι
ἐστραμμένως
ἐστρατόωντο
ἐστρέχω
Ἐστρῆνες
ἐστρίς
ἐστρωμένος
ἔστρωτο
ἔστυγον
ἐστυμμένως
ἐστυφέλιξε
ἐστώ
ἔστω
ἕστωρ
ἑστώς
ἐσύνηκε
ἐσύνηκεν
ἐσύστερον
ἐσφάγην
ἐσφαγμένα
ἔσφαλα
ἐσφαλμένως
ἔσφαξαν
ἐσφέρω
ἐσφήκωντο
ἐσφιγμένως
ἔσφλασις
ἐσφλάω
ἐσφοιτάω
…
ἐστόρεσε
Save
Cunliffe Homer
ἐστόρεσε
3 sing. aor. στορέννυμι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}