ἑστιατήριον
ἑστιατήριον, banqueting-hall
ἑστιᾱτ-ήριον, τό,
- banqueting-hall, Rev. Épigr. 1.239 (Naples, ii A. D.), Philostr. VS 2.23.
ἑστιατήριον, ου (τὸ) [ᾱ] c. ἑστιατόριον, Philstr. 605.
ἑστιατήριον, [ᾱ], τό, der Speisesaal, Philostr.