ἑκατοστολόγος Save DGE Bailly 2024 ἑκατοστολόγος -ου, ὁ recaudador del centésimo (cf. ἑκατοστός II 2) Basil.M.29.280B. ἑκατοστο·λόγος, ου (ὁ) [ᾰ] percepteur du centième, Bas. 1, 165c. Étym. ἑ. λέγω.