ἑκατοντορόγυιος
ἑκατοντορόγυιος, a hundred fathoms deep
de cien brazas
τὸ δὲ μῆκός ἐστι ... ἑκατοντορόγυιον
del muro construido por las aves
ἑκατοντ·ορόγυιος, ος, ον [ᾰ] c. le préc. Ar. Av. 1131, dout.
ἑκᾰτοντορόγυιος ?
- 1one hundred fathoms tall ἑκατοντορόγυιον ἀνδριάντα (sequ. ἀφοὗ τῆς κινησέως τῶν ποδῶν τὸν Νεῖλον πλημμυρεῖν. Σ Arat. Phaen. 283: -ορόγυιον Bergk, -όργυιον codd.: δαίμονα pro ἀνδριάντα coni. Wil., cll. Philostr., Ap. Tyan. 6. 26) fr. 282.