ἑπταρουρικός
ἑπταρουρικός, of seven ἄρουραι
ἑπτᾰρουρ-ικὸς κλῆρος allotment
- of seven ἄρουραι (q.v.), PTeb. 13 Intr. (ii B. C.), cf. 128 (ii B. C.):
ἑπταρουρικός, of seven ἄρουραι