Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἔγκυκλον
ἔγκυκλον, woman’s upper garment
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἔγκτητος
ἐγκτήτωρ
ἐγκτίζω
ἐγκτυπέω
ἐγκυανίζω
ἔγκυαρ
ἐγκυβερνάω
ἐγκυβιστάω
ἐγκυβιστέομαι
ἐγκυδές
ἔγκυδον
ἐγκυέομαι
ἐγκυέω
ἐγκύησις
ἐγκυητήριον
ἔγκυθρον
ἐγκυΐσκομαι
ἐγκυΐσκω
ἐγκυκάω
ἐγκυκλέομαι
ἐγκυκλεύω
ἐγκυκλέω
ἐγκύκληθρον
ἐγκύκλημα
ἐγκυκλητής
ἐγκυκλιακός
ἐγκυκλίζω
ἐγκύκλιος
ἐγκυκλιώνης
ἐγκυκλίως
ἔγκυκλον
ἐγκυκλοπαιδεία
ἐγκυκλοποσία
ἔγκυκλος
ἐγκυκλόω
ἐγκύκλωσις
ἐγκυλίδωτος
ἐγκυλινδέομαι
ἐγκυλινδέω
ἐγκυλίνδησις
ἐγκυλίνδομαι
ἐγκυλίνδω
ἐγκύλισμα
ἐγκυλισμός
ἐγκυλίω
ἐγκυλίωτος
ἐγκύλλομαι
ἐγκυλόω
ἐγκυμαίνω
ἐγκυματίζω
ἐγκύματος
ἐγκυματόω
ἐγκυμονάλμας
ἐγκυμονέω
ἐγκυμόνησις
ἐγκυμονικός
ἔγκυμος
ἐγκυμόω
ἐγκύμων
Ἐγκύμων
ἐγκυοποιέω
…
ἔγκυκλον
Save
ἔγκυκλον, woman’s upper garment
No dictionary entries for this word.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}