ἐγκύκλημα
ἐγκύκλημα, movable property
ἐγκύκλ-ημα, ατος, τό
- (v. ἐκκύκλημα); but,
- II ἐγκυκλήματα, τά, movable property, Arist. Oec. 1346a13.
1 plu. actividades periódicas o cíclicas
δευτέρα δὲ ἡ (πρόσοδος) ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐγκυκλημάτων
2 v.
ἐγκύκλημα, ατος (τὸ) au plur. Arstt. Œc. 2, 1, 8, c. τὰ ἐγκύκλια, v. le suiv.
Étym. ἐγκυκλέω.
ἐγκύκλημα, τό, s. ἐκκύκλημα ; τὰ ἐγκ., = τὰ ἐγκύκλια, Arist. Oec. 2.1.