ἔκμακτος
ἔκμακτος, express
ἔκμακτος, ον, (ἐκμάσσω)
- express, εἴδη Emp. 22.7.
impreso
ἐχθρὰ ... διέχουσι μάλιστα γέννῃ τε κρήσῃ τε καὶ εἴδεσιν ἐκμάκτοισι
• dud., quizá repujado o a impronta
τύπος
ἔκμακτος, ος, ον, empreint, Th. Sens. 16.
Étym. vb. d’ἐκμάσσω.
ἔκμακτος, aus-, abgedrückt, Theophr.