ἔκτολμος
ἔκτολμος, audacious
ἔκτολμος, ον,
- audacious, f.l. in Suid. s.v. λαῖμα. Adv. -μως Man. 3.331.
1 audaz, temerario
ἀναιδεῖς καὶ ἔκτολμοι
2 adv. -ως audazmente
ἐ. τάδε δρῶντες
ἔκτολμος, sehr kühn, Suid. l.d. , vgl. εὔτολμος.
• Adv . bei Man. 3.331.
• Adv . bei Man. 3.331.