ἔμπεδα Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Middle Liddell ἔμπεδα, v. ἔμπεδος. ἔμπεδα, v. ἔμπεδος. ἔμπεδα adv. van ἔμπεδος. ἔμπεδα adverbv. ἔμπεδος.