ἔμπτυσμα
ἔμπτυσμα, spitting on
ἔμ-πτυσμα, ατος, τό,
- spitting on, LXX Is. 50.6.
escupitajo, salivazo como muestra de desprecio, gener. plu.
τὸ δὲ πρόσωπόν μου οὐκ ἀπέστρεψα ἀπὸ αἰσχύνης ἐμπτυσμάτων
ῥάπισμα, ἔ., ἥλους καὶ ξύλον
τὸ τῆς κατάρας ἔ.
ἔμπτυσμα, ατος (τὸ) crachat, Spt. Esaï. 50, 6 ; Naz. 2, 232 Migne.
Étym. ἐμπτύω.
ἔμπτυσμα, τό, Speichel, Sp.