ἠεροφοίτης
ἠερο-φοίτης, ου, ὁ,
- = ἠερόφοιτος, Ion Lyr. 10 [fr. 6 Page], Orph. L. 45, Nonn. D. 24.79, al.
ἠερο·φοίτης, v. ἀεροφοίτας.
ἠεροφοίτης, luftwandelnd, Orph. Lith. 45 Nonn. D. 6.368.