ἠερόμορφος
ἠερόμορφος, airformed
ἠερό-μορφος, ον, (μορφή)
- air-formed, αὖραι Orph. H. 81.6, cf. 16.1.
ἠερό·μορφος, v. *ἀερόμορφος.
ἠερόμορφος, luftgestaltig, luftig, Orph. H. 80.6.
ἠερόμορφος, airformed