ἡλιότροπος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἡλιό-τροπος, ὁ, = ἡλιοτρόπιον I, Ps.-Dsc. 4.190. ἡλιό·τροπος, ου (ὁ) héliotrope, plante, Diosc. Noth. 193. Étym. ἥ. τρέπω. ἡλιότροπος, ἡ, = ἡλιοτρόπιον, Diosc.