ἡμισταδιαῖος
ἡμισταδιαῖος, of half a stadium
ἡμι-στᾰδιαῖος, α, ον,
- of half a stadium, Luc. VH 1.40, etc.
ἡμισταδιαῖος, α, ον [ᾰ] long d’un demi-stade, Luc. V.H. 1, 40.
Étym. ἡμιστάδιον.
ἡμισταδιαῖος, ein halbes Stadium lang, Luc. V.H. 1.40.
ἡμισταδιαῖος
ἡμι-στᾰδιαῖος, α, ον
στάδιον
- of half a stadium, Luc.