ἰάτειρα
ἰάτειρα, healing
ἰά-τειρα [ῑᾱ], Ion. ἰητ-, ἡ,
- healing, φύσις Marc.Sid. 1.
ἰάτειρα, ion. ἰητείρη, ης [ῑᾱ] adj. f. qui guérit, M. Sid. 1.
Étym. fém. d’ἰατήρ.
ἰάτειρα, ἡ, fem. zu ἰατήρ, Sp.