ἰάτωρ Save LSJ Pape ἰάτωρ [ῑᾱ], Ion. ἰήτωρ, ορος, ὁ, = ἰατρός, Alcm. 23.89, IG 9(2).317 (Tricca), Hsch. ἰάτωρ, ορος, ὁ, ion. ἰήτωρ, = ἰατρός, Sp.