ἰκρίωμα
ἰκρίωμα, scaffold
ἰκρί-ωμα, ατος, τό,
- scaffold, IG 1(2).374.67 (ἱκ-), Hsch. s.v. κατῆλιψ.
- II in pl., = ἀντήριδες, Eust. 903.54.
ἰκρίωμα, τό, das Gerüst, VLL.