ἵππασμα
ἵππασμα, a ride
ἵππ-ασμα, ατος, τό,
- a ride, Ach.Tat. 1.13.
ἵππασμα, ατος (τὸ) course à cheval, A. Tat. 1, 13.
Étym. ἱππάζομαι.
ἵππασμα, τό, der Ritt, Ach.Tat. 1.13.
ἵππασμα, a ride