ὀβολολογέω
ὀβολολογέω, collect obols
ὀβολολογέω,
- collect obols, Phryn. PS p.96 B.
ὀβολολογέω, Obolen sammeln, ἐπὶ τῶν βραχέα συλλεγόντων, Phryn. in B.A. 56.2.
ὀβολολογέω, collect obols