ὀκναλέος
ὀκν-ᾰλέος, α, ον,
- poet. for ὀκνηρός, Nonn. D. 18.207. Adv. -έως Musae. 120.
ὀκναλέος, α, ον [ᾰ] c. ὀκνηρός, Nonn. D. 18, 207.
ὀκναλέος, = ὀκνηρός, Nonn. D. 18.207 ; u. adv., Mus. 119.