ὀκιμβάζω Save LSJ Pape ὀκιμβάζω, = κιμβάζω, σκιμβάζω, Hsch., Phot. ὀκιμβάζω, = σκιμβάζω, VLL erkl. διατρίβειν, στραγγεύεσθαι.