ὀλίσθανος
ὀλίσθ-ᾰνος, ον,
- = ὀλισθηρός: Comp. -ωτέρα Gal. 18(2).624:—also ὀλισθός, Hdn.Gr. 1.147.
ὀλίσθανος, ος, ον [ᾰ] glissant, Gal. 12, 264 au cp. -ώτερος.
Étym. ὀλισθαίνω.