Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυνοσία
ὀξυνοσία, acute illness
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀξυλάπαθον
ὀξυλάπαθος
ὀξυλίπαρον
ὀξυλίπαρος
ὀξυλιπής
ὀξυλιπὴς ἄρτος
ὀξυλοβέω
ὄξυλον
Ὄξυλος
ὀξυμάθεια
ὀξυμαθής
ὀξυμαθία
ὀξύμαλον
ὀξυμελής
ὀξύμελι
ὀξυμελίκρατον
ὀξυμελίκρητον
ὀξυμέριμνος
ὀξύμηλον
ὀξυμήνιτος
ὀξύμολπος
ὀξύμορφος
ὀξύμυρον
ὀξυμυρσίνη
ὀξύμωρος
ὀξυναῖος
Ὀξύνεια
ὀξύνιτρον
ὀξύνοος
ὄξυνος
ὀξυνοσία
ὀξύνους
ὀξυντέον
ὀξυντήρ
ὄξυντρα
ὀξύνω
ὀξυόδους
ὀξυόεις
ὀξυόπτης
ὀξυόρυγχος
ὀξυόστρακος
ὀξυπαγής
ὀξυπαθής
ὀξυπαιδερώτινος
ὀξυπαραύδητος
ὀξυπαροπτάω
ὀξυπείνης
ὀξύπεινος
ὀξυπέπερι
ὀξυπετής
ὀξύπετρος
ὀξυπευκής
ὀξύπικρος
ὀξύπληκτος
ὀξυπλήξ
ὀξυποδέω
ὀξυπόδης
ὀξυποδητής
ὀξυποδία
ὀξυπολυφαγία
ὁξυπόριον
…
ὀξυνοσία
Save
ὀξυνοσία, acute illness
LSJ
ὀξῠ-νοσία, ἡ,
acute illness,
Cat.Cod.Astr.
1.119 (pl.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}