ὀργανοπήκτωρ
ὀργᾰνο-πήκτωρ, ορος, ὁ, ἡ,
- = ὀργανοποιός, Man. 4.439.
ὀργανο·πήκτωρ, ορος (ὁ) [ᾰ] qui ajuste des mécanismes, mécanicien, Man. 4, 438.
Étym. ὄργ. πήγνυμι.
ὀργανοπήκτωρ, ορος, ὁ, = ὀργανοποιός, Man. 4.439.