Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀργεώνη
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀργαίνω
ὀργανάριος
ὀργάνη
ὀργανίζω
ὀργανικός
ὀργανικῶς
ὀργάνιον
ὀργανιστής
ὀργανίτης
ὀργανοθεσία
ὀργανοθετέω
ὄργανον
ὀργανοπήκτωρ
ὀργανοποιέω
ὀργανοποιητικός
ὀργανοποιία
ὀργανοποιΐα
ὀργανοποιικά
ὀργανοποιϊκός
ὀργανοποιός
ὄργανος
ὀργανόω
ὀργάνωσις
ὀργάς
Ὀργᾶς
ὀργασμός
ὀργαστήριον
ὀργάω
ὀργεύς
ὀργεών
ὀργεώνη
ὀργεωνικόν
ὀργεωνικός
ὀργή
Ὀργή
ὄργημα
Ὀργής
ὀργητής
ὀργητύς
ὄργια
ὀργιάζω
ὀργιακός
Ὀργίαλος
ὀργιάς
ὀργιασμός
ὀργιαστής
ὀργιαστικός
ὀργιάω
ὀργίζω
ὀργίλος
ὀργιλότης
ὀργίλως
ὄργιον
Ὄργιος
ὀργιοφάντης
ὀργιστέον
ὀργιστέος
ὀργιστικός
ὀργιστός
ὀργιών
ὀργίων
…
ὀργεώνη
Save
Pape
ὀργεώνη
, ἡ, fem. zu ὀργεών, Hesych. erkl. ἱέρειαι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}