ὀρθραγορίσκος Save LSJ Pape ὀρθρᾰγορίσκος, = ὀρθαγορίσκος, Pers.Stoic. 1.102. ὀρθραγορίσκος, ὁ, = ὀρθαγορίσκος, alte f.l. bei Plin. H.N. 32.3, ein Fisch.