ὀρνεοσκοπικός
ὀρνεοσκοπικός, of or for augury
ὀρνεο-σκοπικός, ή, όν,
- of or for augury, An.Ox. 4.240, Gal. Phil.Hist. 105 D.
ὀρνεοσκοπικός, = ὀρνεοσκοπητικός, Sp.
ὀρνεοσκοπικός, of or for augury