ὀρνεοσκόπος
ὀρνεο-σκόπος, ον,
- = ὀρνιθοσκόπος, Vett.Val. 4.14, Sch.D Il. 1.69, prob. l. in Paus.Dam. p.157 D.
ὀρνεοσκόπος, = ὀρνιθοσκόπος, Schol. Il. 1.69 ; VLL.