ὀχλητικός
ὀχλ-ητικός, ή, όν,
- = ὀχλικός, Procl. Par.Ptol. p.218.
ὀχλητικός, ή, όν, qui concerne la foule, Procl. Ptol. 3, 18.
Étym. ὄχλος.
ὀχλητικός, den großen Haufen, das Volk betreffend, καὶ πολιτικὰ πράγματα, Procl.