ὀψοποιικός
ὀψοποιικός, of or fit for delicate cookery
ὀψοποι-ικός, ή, όν,
- = ὀψοποιητικός, Pl. Grg. 465d, X. Oec. 9.7: ἡ -κή (sc. τέχνη), = ὀψοποιητική, Pl. Grg. 463b, 465d (here with v.l. -ητική), Arist. Pol. 1255b26 (as v.l. for -ητική); coupled with κομμωτική, Phld. Rh. 2.183 S.
ὀψοποιικός, ή, όν
= ὀψοποιητικός, Plat., Xen.
from ὀψοποιός