Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὁμότοξος
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμόσφυρος
ὁμοσχημονέω
ὁμοσχήμων
ὁμόσχολος
ὁμοταγής
ὁμοτάλαντος
ὁμόταφος
ὁμοταχής
ὁμόταχος
ὁμοταχῶς
ὁμοτεγής
ὁμότεγος
ὁμοτέλευτος
ὁμοτελής
ὁμοτέρμων
ὁμοτεχνέω
ὁμότεχνος
ὁμότηθος
ὀμότης
ὀμοτικός
ὁμοτικός
ὁμοτιμία
ὁμότιμος
ὁμοτίμως
ὁμότιτθος
ὁμότοιχος
ὁμοτονέω
ὁμότονος
ὁμοτονούντως
ὁμοτόνως
ὁμότοξος
ὀμοτός
ὁμοτράπεζος
ὁμοτρεχής
ὁμότρητος
ὁμοτριβέω
ὁμότριχος
ὁμοτροπέω
ὁμοτροπία
ὁμότροπος
ὁμοτρόπως
ὁμοτροφής
ὁμοτροφία
ὁμότροφος
ὁμοτρόφος
ὁμοτροχάω
ὁμοτυπία
ὁμότυπος
ὁμοτύραννος
ὁμοῦ
ὁμόϋλος
ὀμοῦμαι
ὁμοῦμαι
ὁμοϋπόστατος
ὅμουρα
ὁμουργός
ὁμουρέω
ὁμούρησις
ὁμούριος
ὅμουρος
ὁμούσιος
…
ὁμότοξος
Save
LSJ
Pape
ὁμό-τοξος, coined by St.Byz. s.v. Ἄβιοι.
ὁμότοξος
,
mit gleichem Bogen
, St.B.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}