ὁπλομάχης
ὁπλο-μάχης [ᾰ], ου, ὁ,
- = ὁπλομάχος, Pl. Euthd. 299c.
ὁπλο·μάχης, ου (ὁ) [ᾰ] c. ὁπλομάχος, Plat. Euthyd. 299c.
ὁπλομάχης, ὁ, der mit schweren Waffen kämpft, Plat. Euthyd. 299c.
ὁπλομάχης
ὁπλο-μάχης (ᾰ), ου, ὁ,
= ὁπλομάχος, Plat.