ὑεικός Save LSJ Pape ὑεικός [ῠ], ή, όν, = ὑϊκός, Poll. 6.55, Phot., etc.; ὑ.τι ποιεῖν, = ὑηνεῖν, Tim. Lex. ὑεικός, = ὕειος, Sp.