ὑλοδρόμος
ὑλοδρόμος, wood-ranging
ὑλο-δρόμος, ον,
- wood-ranging, θῆρες Ar. Th. 47; ἡ πιθήκη ὑλοδρόμος κέκληται Ael. NA 6.26.
ὑλο·δρόμος, ος, ον [ῡ] qui court dans les bois, Ar. Th. 47.
Étym. ὕλη, δραμεῖν.
ὑλοδρόμος, im Walde laufend ; θῆρες, Ar. Th. 47 ; EM.