Ὑλλίς
Ὑλλίς, of Hyllos
Ὑλλίς, ίδος, adj. f. d’Hyllos, Pd. P. 1, 62.
Étym. Ὕλλος.
Ὑλλίς f. adj.,
- 1of Hyllos πόλιν Ὑλλίδος στάθμας Ἱέρων ἐν νόμοις ἔκτισσε (cf. v. 64, τεθμοῖσιν ἐν Αἰγιμιοῦ Δωριεῖς) P. 1.62