ὑπαργήεις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑπαργήεις, εσσα, εν, = ὑπόλευκος, Nic. Th. 663. ὑπ·αργήεις, ήεσσα, ῆεν [ῠ] blanchâtre, Nic. Th. 663. ὑπαργήεις, ήεσσα, ῆεν, = ὑπόλευκος, Nic. Th. 663.