ὑπεκχωρητικός
ὑπεκχωρητικός, purgative
ὑπεκχωρ-ητικός, ή, όν,
- purgative, τὰ -κά Hp. Loc.Hom. 41.
ὑπεκχωρητικός, ή, όν, qui fait évacuer par le bas, laxatif, Hpc. 420, 52 ; 421, 3.
Étym. ὑπεκχωρέω.
ὑπεκχωρητικός, ή, όν, von unten abgehend, Hippocr.