About
Menu

ὑστάς

ὑστάς· πλαστὰς (leg. παστὰς) ἀμπέλων, Hsch.; cf. ὑστάδα· ἡ δασεῖα ἄμπελος, Id. (Perh. Cypr. for συστάς, cf. ξυστάδες.)

Saved

Recent