Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὑύς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὑστεροπάθεια
ὑστεροπαθέω
ὑστεροπερίοδος
ὑστερόποινος
ὑστερόποτμος
ὑστερόπους
ὑστερόπρωτον
ὑστερόπρωτος
ὕστερος
ὑστεροφανής
ὑστεροφεγγής
ὑστεροφημία
ὑστεροφθόρος
ὑστερόφωνος
ὑστεροχρονέω
ὑστεροχρονία
ὑστερόχρονος
ὑστέρω
ὑστήρια
ὑστιακόν
ὑστιακός
ὑστίς
ὕστριγξ
ὕστριξ
ὑστριχίς
ὕστριχος
ὕστρος
ὕσχλος
ὑσωπίς
ὐύζω
ὑύς
ὑφ
ὕφα
ὑφαγεμών
ὑφαγέο
ὑφαγέομαι
ὑφάδιον
ὕφαδρος
ὑφάζω
ὕφαιμος
ὑφαίμων
ὑφαίνω
ὑφαίρεσις
ὑφαιρετέον
ὑφαιρέτρια
ὑφαιρέω
ὑφαλικός
ὑφάλλομαι
ὕφαλμος
ὑφαλμυρίζω
ὑφάλμυρος
ὕφαλος
ὑφαλυκός
ὑφαλώδης
ὕφαμμα
ὕφαμμος
ὑφανάω
ὕφανσις
ὑφαντάριος
ὑφαντεῖον
ὑφάντης
…
ὑύς
Save
LSJ
ὑύς, έος, ὁ,
= υἱός (q.v.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}