Ὑριεύς
Ὑριεύς, έως, épq. ῆος (ὁ) [ῠ] Hyriée, fils de Poséidôn, fondateur de la v. d’Hyria, Nonn. D. 13, 97.
Ὑριεύς, Ὑρία test., Strabo, 9. 2. 12, καὶ ἡ Ὑρία δὲ τῆς Ταναγραίας νῦν ἐστι, πρότερον δὲ τῆς Θηβαίδος· ὅπου ὁ Ὑριεὺς μεμύθευται καὶ ἡ τοῦ ὠρίωνος γένεσις, ἥν φησι Πίνδαρος ἐν τοῖς διθυράμβοις fr. 73. v. ὠαρίων, test.